Η υμενική οστεοχονδρωμάτωση (ΟΧ) αποτελεί σπάνια καλοήθη διαταραχή που συνίσταται στην εμφάνιση πολλαπλών εστιών χόνδρου κυρίως στον αρθρικό υμένα και σπανιότερα σε ορογόνους θυλάκους ή σε τενόντια έλυτρα με τελικό αποτέλεσμα τον διαχωρισμό των χόνδρινων εστιών και την δημιουργία ελεύθερων σωμάτων. Η πάθηση έχει συνήθως μονοαρθρική εντόπιση και παρουσιάζεται σε ασθενείς μεταξύ της 2ης και της 7ης δεκαετία της ζωής, ιδίως σε άρρενες με αναλογία ανδρών/γυναικών 1.8:1. Εμφανίζεται συχνότερα στο γόνυ και ακολουθούν η άρθρωση του ισχίου, του αγκώνα και του ώμου. Η πάθηση έχει εντοπιστεί και σε ασυνήθεις θέσεις όπως είναι η άπω κερκιδοωλενική, η ποδοκνημική, η Λισφράνκειος και η κροταφογναθική άρθρωση αλλά και το περιτενόντιο του ιγνυακού τένοντα.
Στον ώμο η πάθηση μπορεί να εντοπιστεί στην γληνοβραχιόνια άρθρωση ή στον υπακρωμιακό ορογόνο θύλακο και συνοδεύεται ενίοτε από μερική ή πλήρη ρήξη του τενοντίου πετάλου. Στην περιοχή του ώμου έχουν περιγραφεί περιπτώσεις οστεοχονδρωμάτωσης στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση και στον υποκορακοειδή ορογόνο θύλακο.
Η αιτιοπαθογένεια της οστεοχονδρωμάτωσης παραμένει άγνωστη ενώ ενοχοποιούνται γενετικοί παράγοντες, τραυματισμός και η ύπαρξη χρόνιας υμενίτιδας. Η διάγνωση της πάθησης είναι ακτινολογική και ιστολογική, ενώ η θεραπεία είναι συνήθως χειρουργική.
Παρουσιάζονται η διαγνωστική προσπέλαση και η αρθροσκοπική αντιμετώπιση ενός ασθενούς με ΟΧ του ώμου, η οποία εντοπίζονταν στον υπακρωμιακό χώρο.
Η οστεοχονδρωμάτωση διακρίνεται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Στη δευτεροπαθή ΟΧ τα ελεύθερα σωμάτια οφείλονται στην παρουσία οστεοαρθρίτιδας, σε τραυματισμό με πρόκληση οστεοχόνδρινων καταγμάτων και σε διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα, ενώ η πρωτοπαθής ΟΧ αποτελεί καλοήθη νεοπλασία του υμένα. Είναι δυνατή η ιστολογική διάκριση μεταξύ των 2 τύπων. Ο ακριβής αιτιοπαθογενετικός μηχανισμός παραμένει άγνωστος. Σε ότι αφορά στην πρωτοπαθή οστεοχονδρωμάτωση αποδίδεται σε μεταπλασία του αρθρικού υμένα ή του ορογόνου θυλάκου ενώ προδιαθεσικοί παράγοντες είναι οι αλλεπάλληλοι μικροτραυματισμοί και η χρόνια φλεγμονή του θυλάκου. Πρόσφατες μελέτες ενισχύουν τη θεωρία της μετάπλασης που οφείλεται σε ανωμαλία του χρωμοσώματος 6 και στη δράση της οστικής μορφογενετικής πρωτεΐνης στα μεσεγχυματικά κύτταρα του υμένα.
Ο ώμος αποτελεί σπάνια εντόπιση της ΟΧ ενώ ακόμα πιο σπάνια θεωρείται η ΟΧ του υπακρωμιακού ορογόνου θυλάκου. Διακρίνονται τρία στάδια σύμφωνα με τον Milgram: το στάδιο Ι (πρώιμο) όπου υπάρχει νόσος του ορογόνου θυλάκου ή του αρθρικού υμένα χωρίς σχηματισμό χόνδρινων τεμαχίων, το στάδιο ΙΙ (ενδιάμεσο) με χόνδρινα σωμάτια προσφυόμενα στον υμένα αλλά και ελεύθερα και το στάδιο ΙΙΙ (όψιμο) όπου εμφανίζονται μόνο ελεύθερα σωμάτια. Τα χόνδρινα σωμάτια υποβάλλονται σε άλλοτε άλλου βαθμού οστεοποίηση και επιμετάλλωση από το αρθρικό υγρό οπότε και γίνονται εμφανή στην απλή ακτινογραφία. Τα ελεύθερα οστεοχόνδρινα σωμάτια στον υπακρωμιακό ορογόνο θύλακο προκαλούν διάφορες διαταραχές όπως σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής, ρήξη του τενοντίου πετάλου ενώ έχουν ενοχοποιηθεί και για συμφυτική θυλακίτιδα. Η διαφορική διάγνωση της πρωτοπαθούς ΟΧ του θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει την δευτεροπαθή οστεοχονδρωμάτωση, τα αυτοάνοσα νοσήματα στα οποία σχηματίζονται ελεύθερα σωμάτια, όπως είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα και οι οροαρνητικές αρθρίτιδες, η φυματιώδης αρθρίτιδα, η λαχνοοζώδης υμενίτιδα, η διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα, τα οστεοχόνδρινα κατάγματα και το δευτεροπαθές χονδροσάρκωμα. Πολύτιμα εργαλεία στη διαφορική διάγνωση αποτελούν εκτός το λεπτομερές ιστορικό, η ενδελεχής φυσική εξέταση, ο απλός ακτινολογικός έλεγχος, η αξονική και η μαγνητική τομογραφία, η ιστολογική εξέταση και ο αιματολογικός – ρευματολογικός έλεγχος (ΤΚΕ, CRP, ΑΝΑ, συμπλήρωμα, ιστοσυμβατότητα HLA). Ιδιαίτερα σε ότι αφορά στην κακοήθη εξαλλαγή, αυτή θεωρείται από όλους τους συγγραφείς ιδιαίτερα σπάνια και δεν υπάρχει δε αναφορά περίπτωσης σε ώμο. Σε κάθε περίπτωση η επί ετών αμετάβλητη κατάσταση με ξαφνική επιδείνωση της συμπτωματολογίας, με κραυγαλέα κλινικά σημεία (ερυθρότητα, οίδημα, κατάργηση κινητικότητας) θα πρέπει να θέτουν την κλινική υποψία εξαλλαγής.  Υπάρχει διαφωνία για το αν η αφαίρεση των ελεύθερων σωμάτων επαρκεί αφού κατά πολλούς η νόσος θεωρείται αυτοπεριοριζόμενη ή εάν χρειάζεται πλήρης αφαίρεση του ορογόνου θυλάκου. Τα βιβλιογραφικά δεδομένα προς το παρόν δεν επαρκούν για να υποστηρίξουν οποιαδήποτε από τις παραπάνω απόψεις, αλλά θεωρούμε ότι η υμενεκτομή στον πάσχοντα ώμο είναι σκόπιμη τόσο για την αποφυγή υποτροπής καθώς και για την εξάλειψη του πόνου.

Η αρθροσκόπηση του ώμου προσφέρει σημαντικά θεραπευτικά πλεονεκτήματα αφού είναι δυνατή η ανεύρεση και η αφαίρεση των ελεύθερων οστεοχόνδρινων σωματίων χωρίς αρθροτομή και αποκόλληση του δελτοειδούς, το οπτικό πεδίο είναι άριστο ενώ υπάρχει δυνατότητα εκτεταμένης υμενεκτομής και συρραφής του τενοντίου πετάλου σε περίπτωση ρήξης.

Δημοσιευμένο από τον Ιατρό στο Acta Orthopedica Hellenica το 2011