Το ωλέκρανο αποτελεί την κατάληξη του οστού της ωλένης στην οπίσθια επιφάνεια του αγκώνα. Ανάμεσα στο οστό και το δέρμα υπάρχει ενας λεπτός και επίπεδος ορογόνος θύλακος ο ωλεκρανικός θύλακος.

Τραυματισμός αυτού ή επεναλαμβανόμενοι μικροτραυματισμοί προκαλούν φλεγμονή με υπερπαραγωγή υγρού από το θύλακο, ερυθρότητα και πόνο.

Εμφανίζεται ιδίως σε άτομα που στηρίζονται με τον αγκώνα τους σε σκληρές επιφάνειες (υπάλληλοι γραφείου, φοιτητές, μαθητές, χειριστές υπολογιστών). Μπορεί να εμφανιστεί πιο συχνά σε άτομα με ουρική αρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια.

Η διάγνωση γίνεται με απλή ακτινογραφία για αποκλεισμό άλλων καταστάσεων και επί υποψίας μικροβιακής φλεγμονής με αιματολογικές εξετάσεις και καλλιέργεια του υγρού.

Θεραπευτικά σε πρώτη φάση γίνεται χορήγηση αντιφλεγμονωδών τοπικών ή από του στόματος και επίδεση του αγκώνα ιδίως για προστασία από μικροτραυματισμούς. Αν δεν υποχωρήσει γίνεται αναρρόφηση του υγρού και έγχυση κορτιζόνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις και αν η συντηρητική θεραπεία αποτύχει γίνεται εκτομή του ωλεκρανικού θυλάκου στο χειρουργείο χωρίς να παραμείνει ο ασθενής στο νοσοκομείο.